ιδιόχρηση

ιδιόχρηση
και ιδιοχρησία, η
(νομ.) το δικαίωμα που προβλέπει ο νόμος στον ιδιοκτήτη νοικιασμένου ακινήτου να μπορεί να λύνει τη σύμβαση με τον ενοικιαστή, αν πρόκειται να τό χρησιμοποιήσει για προσωπική του χρήση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιδιο-* + χρήση (ή -χρησία < χρήσις)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • ιδιο- — α συνθετικό λέξεων που σημαίνει: α) ιδιαιτερότητα («ιδιόμορφος», «ιδιοφυής») β) χωριστή, μεμονωμένη κατάσταση («ιδιόλεκτος», «ιδιόγλωσσος») γ) κτήση («ιδιοκτήτης», «ιδιόβουλος») δ) αυτενέργεια ή το αποτέλεσμά της («ιδιόγραφος», «ιδιόχειρος») βλ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”